Κονγκό, Λαϊκή Δημοκρατία


Κονγκό, Λαϊκή Δημοκρατία
Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό Συμβατική ονομασία: Κονγκό-Κινσάσα Παλαιότερη ονομασία: Βελγικό Κονγκό (1908-60) / Ζαΐρ (1971-98) Έκταση: 2.345.410 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.861.100 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Κινσάσα (6.541.300 κάτ. το 2003)Κράτος της κεντρικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και το Σουδάν, στα Α με την Ουγκάντα, τη Ρουάντα, το Μπουρούντι και την Τανζανία (με φυσικό όριο τη λίμνη Τανγκανίκα), στα Ν με τη Ζάμπια, στα ΝΔ με την Αγκόλα και στα ΒΔ με τη Δημοκρατία του Κονγκό.Παρότι στο έδαφος του Κ. συνυπάρχουν πολυάριθμοι πληθυσμοί, διαφορετικής γλώσσας και φυλής –που ωστόσο όλοι προέρχονται από την ομάδα Mπαντού– η χώρα παρουσιάζει μια ενότητα, καθαρά γεωγραφικού χαρακτήρα, που οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το μεγαλύτερο τμήμα της ανήκει στην τεράστια λεκάνη του ποταμού Κονγκού. Τα σύνορα του κράτους, που καθορίστηκαν από την πράξη ουδετερότητας του 1885 και από μια διαδοχική σειρά συνθηκών με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, ακολουθούν σχεδόν παντού τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους.Το Κ. διαιρείται διοικητικά σε 10 επαρχίες και σε 1 μητροπολιτική περιφέρεια (σε παρένθεση η γαλλική ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των επαρχιών και της μητροπολιτικής περιφέρειας κατά το 2003): Ανατολική (Orientale, Κισανγκάνι, 6.955.400 κάτ.), Ανατολική Κασάι (Kasai-Oriental, Mπούτζι-Mάγι, 5.648.300 κάτ.), Βόρειο Κίβου (Nord-Kivu, Γκόμα, 4.907.400 κάτ.), Δυτική Κασάι (Kasai-Occidental, Κανάνγκα, 4.551.600 κάτ.), Εκατέρ (Εquateur, Mπαντάκα, 5.395.900 κάτ.), Κατάνγκα (Katanga, Λουμπουμπάσι, 4.326.700 κάτ.), Κάτω Κονγκό (Bas-Congo, Mατάντι, 3.815.700 κάτ.), Μανιέμα (Maniema, Κιντού, 1.660.300 κάτ.), Μπαντούντου (Bandundu, Mπαντούντου, 6.888.400 κάτ.), Νότιο Κίβου (Sud-Kivu, Mπουκάβου, 3.907.100 κάτ.) και μητροπολιτική περιφέρεια Kινσάσα (Kinshasa, 7.804.300 κάτ.), η οποία είναι και η έδρα της κυβέρνησης.Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η γαλλική. Από τις τοπικές διαλέκτους, η πιο διαδεδομένη είναι η λινγκάλα, που ομιλείται σχεδόν σε όλο το Κ., ενώ ακολουθούν η κινγκουάνα, η κικόνγκο και η τσιλούμπα. Εθνολογικά, ο πληθυσμός του Κ. αποτελείται από τουλάχιστον 12 μεγάλες εθνοτικές ομάδες. Το 80% αποτελείται από Μπαντού. Βασικές υποομάδες (φυλές) είναι οι Μόνγκο, οι Λούμπα, οι Κονγκό και οι Μανγκμπέτου-Αζάντε (χαμιτικής καταγωγής). Στη χώρα υπάρχουν ακόμα φυλές σουδανικής και νειλωτικής καταγωγής, αλλά και μερικοί Πυγμαίοι.Το Κ., πρώην Ζαΐρ, είναι ανεξάρτητη δημοκρατία από το 1960. Σύμφωνα με τις τροποποιήσεις του συντάγματος του 1978 –το οποίο βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, παρότι ξεκίνησαν από το 1991 προσπάθειες για την αντικατάστασή του– η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Μεταβατικό Εθνικό Νομοθετικό Συμβούλιο που αποτελείται από 300 μέλη, τα οποία διορίζονται από τον πρόεδρο. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον πρόεδρο, ο οποίος είναι αρχηγός του κράτους και της κυβέρνησης.Έως το 1990 στη χώρα υπήρχε μόνο ένα πολιτικό κόμμα, αλλά το 1991 νομιμοποιήθηκε η λειτουργία και άλλων κομμάτων. Διαφωνίες υπήρξαν μεταξύ της νομοθετικής εξουσίας και του προέδρου, ο οποίος δεν δεχόταν τη δημιουργία ενός ανωτάτου συμβουλίου που θα προχωρούσε στην τροποποίηση του συντάγματος. Το 1994 με νομοθετική τροποποίηση καθορίστηκε ο τρόπος λειτουργίας μιας προσωρινής κυβέρνησης (για 15 μήνες), αλλά λίγο αργότερα η θητεία της παρατάθηκε για άλλα 2 χρόνια. Το 1997, και ενώ επρόκειτο να διενεργηθούν εκλογές, ο Λοράν Καμπίλα ανέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα.Η δικαιοσύνη απονέμεται από ένα ανεξάρτητο σώμα δικαστών, οι οποίοι εφαρμόζουν τους γραπτούς νόμους του κράτους, αλλά και το άγραφο δίκαιο, δηλαδή τα τοπικά έθιμα· αυτό ισχύει μόνο εφόσον τα τελευταία δεν έρχονται σε σύγκρουση με το γραπτό δίκαιο και τη δημόσια τάξη. Στην κεφαλή της δικαστικής ιεραρχίας βρίσκεται το ανώτατο δικαστήριο. Ακολουθούν τα δύο εφετεία, της Kινσάσα και της Λουμπουμπάσι, καθώς και δικαστήρια πρώτου βαθμού, πολιτικά και ποινικά. Ένα τρίτο εφετείο, τέλος, εδρεύει στην Kισανγκάνι.Περίπου το 50% των κατοίκων του Κ. είναι καθολικοί, 20% προτεστάντες, 10% μουσουλμάνοι, 10% πιστοί της διδασκαλίας του επιλεγόμενου προφήτη, Σιμόν Kιμπάνγκου, οι βάσεις της οποίας είναι προτεσταντικές, ενώ το υπόλοιπο 10% διατηρεί τις πατροπαράδοτες αφρικανικές λατρείες.Η βασική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και διαρκεί έξι χρόνια. Η μέση περιλαμβάνει δύο κύκλους σπουδών: ο πρώτος στοχεύει στην παροχή γενικών γνώσεων και αποτελεί συγχρόνως μια φάση προσανατολισμού, ενώ ο δεύτερος περιλαμβάνει ειδικά μαθήματα, η παρακολούθηση των οποίων είναι προϋπόθεση για την εισαγωγή των νέων στο πανεπιστήμιο. Τέλος, η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στα τέσσερα κρατικά πανεπιστήμια που εδρεύουν στις πόλεις Kινσάσα, Kισανγκάνι και Λουμπουμπάσι. Το 1995 το ποσοστό αναλφαβητισμού των κατοίκων του Κ. ξεπερνούσε το 22%.Από την εποχή της ανεξαρτησίας (1960) ο στρατός βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας. Μετά τον θάνατο του πρωθυπουργού της χώρας Μομπούτου, το 1997, οι ένοπλες δυνάμεις του Ζαΐρ (έτσι ονομαζόταν έως τότε το κράτος) διαλύθηκαν. Ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κ., που προέκυψε στη συνέχεια, έχει συνολική δύναμη λίγων δεκάδων χιλιάδων ανδρών με ελαφρύ οπλισμό, ενώ το ναυτικό αριθμεί 1.200 άνδρες. Η πολεμική αεροπορία άρχισε να αναπτύσσεται από το 1975 και έπειτα, ενώ διαθέτει περίπου 1.800 άνδρες.Το 1999 ένας γιατρός αναλογούσε σε 20.160 κατοίκους, ενώ η παιδική θνησιμότητα είχε φτάσει περίπου στο 1%. Μόλις το 0,12% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας αφορά κοινωνικές δαπάνες. Επιπλέον, μείζον πρόβλημα αποτελεί η ιδιαίτερα εκτεταμένη διάδοση του AIDS.Από γεωλογική άποψη, η λεκάνη του Κ. είναι μια κόγχη με κρυσταλλική βάση, στην οποία από το πρωτογενές εκδηλώθηκε ένα φαινόμενο καθίζησης με τη συσσώρευση τεράστιων ιζηματογενών στρωμάτων, κατά ένα μέρος ηπειρωτικής προέλευσης, τα οποία παρέμειναν γενικά στην αρχική οριζόντια μετατόπισή τους. Αυτές οι στρωματοποιήσεις διαδέχονται η μία την άλλη ομόκεντρα σε σχέση με τα διαδοχικά στάδια εισβολής και επίκλυσης των ηπειρωτικών υδάτων· στην περιφέρεια, δηλαδή στις πιο ψηλές ζώνες, επικρατούν ιζηματαποθέσεις που σχηματίστηκαν μεταξύ του λιθανθρακοφόρου και του ανώτερου κρητιδικού· ιδιαίτερα διακρίνονται αργιλώδεις σχηματισμοί και κροκαλοπαγή πετρώματα (που ονομάζονται του Kουντελούνγκου) του παλαιοζωικού και ψαμμίτες του ιουράσιου. Στο κεντρικό τμήμα βρίσκονται αρχαίες προσχώσεις (του Mπουσίρα) αλλά και πρόσφατες· αυτές, αφού έχουν μετατραπεί από τις συχνές κατακλύσεις σε πότο-πότο (άργιλοι και λάσπη μαζί), κρασπεδώνουν προπάντων τις όχθες των ποταμών. Οι προσχωσιγενείς σχηματισμοί αντιστοιχούν στο τελικό στάδιο της κονγκολέζικης γεωλογικής φάσης, που συντελέστηκε με την εξαφάνιση της εσωτερικής θάλασσας, η οποία συγκεντρώθηκε στο βαθύπεδο· θάλασσα που αποσύρθηκε ύστερα από το άνοιγμα ενός υδάτινου περάσματος, το οποίο σήμερα αντιστοιχεί στον ακραίο ρου του ποταμού Κονγκού. Οι περιφερειακές ράχες και τα υψίπεδα που κρασπεδώνουν το βαθύπεδο αποτελούνται γεωλογικά από κρυσταλλοπαγή και σχιστώδη πετρώματα της αρχαίας βάσης, που παρέμειναν ξένα στις ιζηματαποθέσεις, οι οποίες συντελέστηκαν στο εσωτερικό τμήμα της λεκάνης. Αυτά, ωστόσο, υπέστησαν κάθετες τεκτονικές μετακινήσεις, οι οποίες προκάλεσαν την ανάδυση κρυσταλλικών όγκων και γρανιτικών συγκροτημάτων (χορστ), που σε μερικές περιπτώσεις αποκτούν όψη πραγματικών βουνών. Ανάλογη περίπτωση είναι εκείνη της δυτικής ράχης, η οποία περιβάλλει τη λεκάνη του Κ. με ένα μεγάλο χορστ, από γρανίτες και γνεύσιους (ο όγκος του Tσαϊλού), που δεσπόζει στη λεκάνη του Oγκοουέ. Αυτή τη ράχη διαδέχεται, προς το εσωτερικό, το αργιλώδες υψίπεδο των Mπατέκε. Αντίθετα, η ακραία παρυφή προς τον Ατλαντικό αποτελείται από μια στενή παράκτια πεδιάδα (της οποίας μόνο ένα μικρό τμήμα εισέρχεται στα πολιτικά σύνορα της χώρας).Το έδαφος του Κ. έχει ως κέντρο του το μεγάλο ηπειρωτικό βαθύπεδο που διαρρέεται από τον ποταμό Κονγκό και εκτείνεται περιφερειακά ώσπου να συμπέσει σχεδόν ολόκληρο με τη λεκάνη του ποταμού. Ο πυρήνας της περιοχής αντιστοιχεί με το πιο χαμηλό τμήμα της κόγχης: μια εκτεταμένη πεδινή περιοχή με σχεδόν κυκλικό σχήμα, που βρίσκεται σε μέσο υψόμετρο 400-600 μ. και υψώνεται προοδευτικά προς το εξωτερικό με μια σειρά από αναβαθμίδες. Το μεγάλο βαθύπεδο αποτελεί ένα τυπικό στοιχείο της αφρικανικής φυσικής γεωγραφίας· μάλιστα, στο σύνολο της ηπείρου, το βαθύπεδο του Κ. είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό και εμφανίζει μια εκτεταμένη ζώνη καθίζησης ακριβώς στην καρδιά της αφρικανικής εδαφικής μάζας. Το παράκτιο ανάγλυφο ενώνεται, στα Ν και στα Α, με τα κράσπεδα των μεγάλων υψιπέδων της Αγκόλα, που κορυφώνονται στα πιο εσωτερικά ανάγλυφα τα οποία αποτελούν έναν από τους σπουδαιότερους υδρογραφικούς κόμβους της λεκάνης και δεσπόζουν σε εκτεταμένες παράλληλες κοιλάδες οι οποίες, από τα Ν στα Β, συμβάλλουν προς τον ρου του Kασάι. Πίσω από το έδαφος της Kαμπίντα ο κονγκολέζικος ατλαντικός διάδρομος διευρύνεται στη λεγόμενη Mαγιούμπα, μια λοφώδη περιοχή στην οποία κυριαρχεί το ισημερινό δάσος με δέντρα που προσφέρουν πολύτιμη ξυλεία. Το δάσος εμφανίζεται ωστόσο πολύ αραιό σε μεγάλα τμήματα, τόσο εξαιτίας της αρχαίας πρακτικής των πυρκαγιών όσο και λόγω της μεγάλης διάρκειας (3-4 μήνες) της ξηρής εποχής, αλλά προπάντων επειδή αυτή είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της χώρας. Στο νοτιοανατολικό τμήμα της λεκάνης εκτείνεται μια ευρεία λοφώδης περιοχή, με δάση που σχηματίζουν στοές κατά μήκος των ποταμών, σε μια ζώνη υψιπέδων, τα οποία καταλήγουν στα ανάγλυφα που χωρίζουν τις λεκάνες του Κονγκού και του Ζαμβέζη. Είναι η περιοχή της Kατάνγκα και της Κασάι, που αποτελούν ήδη τμήμα της ορεινής Αφρικής, με πεδινή κυρίως δομή, και περιλαμβάνονται σε ένα μέσο υψόμετρο 900-1.000 μ. Η περιοχή, η οποία υφίσταται τουλάχιστον 80 ημέρες ξηρασίας ετησίως, καταλαμβάνει συνολική επιφάνεια ίση με το 35% ολόκληρης της χώρας και δέχεται περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Κ. Η Kατάνγκα είναι ένα κυματοειδές υψίπεδο που από τα 1.500-1.800 μ. των Mιτούμπα, στον υδροκρίτη Κονγκού-Zαμβέζη, χαμηλώνει αργά προς τα Β, χωρίς όμως να κατεβεί ποτέ κάτω από τα 500 μ. Πρόκειται για την πιο περίπλοκη γεωλογική περιοχή όλου του Κ., που κυριαρχείται από ένα τονισμένο σύστημα πτυχώσεων από σχιστώδεις σχηματισμούς, οι οποίοι περιβάλλουν σπουδαία κοιτάσματα ορυκτών. Η Κασάι μπορεί να διαιρεθεί σε δύο υποπεριοχές: στην κάτω και μέση Kασάι και στην άνω Kασάι. Η πρώτη είναι μια ζώνη κυρίως γεωργική, με εκτεταμένες βαμβακοκαλλιέργειες, αλλά είναι σημαντική επίσης και χάρη στις εμπορικές δραστηριότητές της. Η άνω Kασάι είναι αντίθετα μια χαρακτηριστική περιοχή ορυχείων (διαμάντια), που μόνο στα νεότερα χρόνια έδωσε ώθηση στις γεωργικές παραγωγές για να αντιμετωπίσει τις ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις των βιομηχανικών συγκροτημάτων της. Διαφορετικά χαρακτηριστικά έχει, αντίθετα, η Mπαντούντου ή Kουάνγκο, περιοχή που αποστραγγίζεται από μια σειρά ποταμών, που προέρχονται γενικά από τις βόρειες πλαγιές των υψιπέδων της Αγκόλα και, με σχεδόν παράλληλη πορεία, ρέουν προς τα Β, στην κάτω Kασάι. Συνολικά, το μέσο υψόμετρο διατηρείται μεταξύ 750 και 850 μ. και το φυτικό τοπίο χαρακτηρίζεται από τη θαμνώδη σαβάνα. Οι βόρειες παρυφές του βαθυπέδου του Κ. περιλαμβάνονται ανάμεσα στην κοιλάδα του Oυμπανγκί-Mπόμου και στον ρου του Κονγκού· πρόκειται για πεδινά υψίπεδα, που διασχίζονται από τις ανοιχτές ποτάμιες αύλακες που συγκλίνουν προς την κοιλάδα του Ουέλε. Τα υπολείμματα των δασών ακολουθούν τον ρου των ποταμών, ενώ αλλού επικρατούν οι ποώδεις εκτάσεις. Στα Α, το δάσος αειθαλών εξαφανίζεται παραχωρώντας προοδευτικά τη θέση του στο δάσος των φυλλοβόλων και στη σαβάνα υψιπέδου. Αυτή η περιοχή υψιπέδων, η Iτούρι, κυριαρχείται από μακριά από το ψηλό συγκρότημα του Pουβενζόρι, με τις χιονισμένες κορυφές του και τα διαφορετικά φυτικά του επίπεδα, που περιλαμβάνουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά νότια και βόρεια είδη. Νοτιότερα εκτείνεται η Kίβου, τυπική περιοχή σαβανικών υψιπέδων, από τις πιο πυκνοκατοικημένες του Κ. Αντιστοιχεί στο πιο υψηλό τμήμα του υδροκρίτη ανάμεσα στον Κονγκό και στον Νείλο και προαναγγέλλει τα γειτονικά υψίπεδα της ανατολικής Αφρικής. Η ονομασία της οφείλεται στην ομώνυμη λίμνη Κίβου, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.600 μ., στο κέντρο της οποίας προβάλλει το νησί Ιντζούι, που καλύπτεται από φυτείες με μπανανιές· τα όρη Bιρούνγκα τη χωρίζουν από τη βορειότερη λίμνη Έντουαρντ με οκτώ ηφαιστειακούς κώνους που υψώνονται απομονωμένοι σε μια πεδιάδα, η οποία βρίσκεται μεταξύ 1.800 και 2.000 μ. Από αυτούς, ο Kαρισίμπι φτάνει τα 4.507 μ., ενώ ο Nιαμαραγκίρα και ο Nιιραγκόνγκο έχουν εκδηλώσει εκρηκτική δραστηριότητα ακόμα και στα νεότερα χρόνια.Το έδαφος του Κ. χαρακτηρίζεται γενικά από το ισημερινό κλίμα, που εκδηλώνεται κυρίως στο κέντρο, και το υποϊσημερινό ή μουσωνικό ισημερινό κλίμα, που επηρεάζει όλη την υπόλοιπη χώρα. Δηλαδή στις βόρειες περιοχές παρατηρείται μια ξηρή περίοδος (Δεκέμβριος-Φεβρουάριος), την οποία ακολουθεί (Απρίλιος-Ιούνιος) μια εκτεταμένη περίοδος βροχών· στα Ν, αντίθετα, η μεγάλη περίοδος των βροχών αρχίζει τον Οκτώβριο-Νοέμβριο και διαρκεί, εκτός από μια σύντομη παύση, έως τον Απρίλιο, ενώ η ξηρή περίοδος διαρκεί από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο. Στις περιοχές που βρίσκονται κοντά στον ισημερινό οι βροχερές περίοδοι τείνουν να πληθαίνουν, ενώ οι ξηρές περίοδοι γίνονται προοδευτικά πιο σύντομες, μέχρι τη σχεδόν αλλεπάλληλη διαδοχή μικρών και μεγάλων βροχών.Μεγάλο μέρος του βαθυπέδου του Κ. καλύπτεται από ένα πλούσιο υγρό δάσος, το οποίο όμως δεν διαθέτει το σφρίγος του δάσους της Γουινέας και δεν ξεπερνά ορισμένα όρια, ιδιαίτερα προς τα Ν, όπου περνά στη σαβάνα και στη στέπα· η σαβάνα, γενικά, εκτείνεται στα ανάγλυφα που περιβάλλουν το μεγάλο βαθύπεδο, με εξαίρεση τη δυτική ορεινή ζώνη. Ωστόσο, σε αυτή την περιοχή βρίσκονται τα δάση που σχηματίζουν στοές και ακολουθούν τον ρου των ποταμών. Κατά μήκος του τελικού τμήματος του ποταμού Κονγκού παρατηρείται μια πυκνή βλάστηση μαγκρόβιων σχηματισμών παράλληλα με φοίνικες. Περισσότερο στο εσωτερικό παρατηρούνται πολυάριθμα δείγματα ελαιούχου φοίνικα, ο οποίος καλλιεργείται. Τα χαρακτηριστικά δείγματα του υγρού δάσους αντιπροσωπεύονται από δέντρα της κόλα, από μεγάλους δενδρώδεις σχηματισμούς διαφόρων ειδών του γένους φίκου και ελαιούχων και οινοφόρων φοινίκων, καθώς και από διάφορα είδη του γένους κοφέα· αντίθετα, είναι περιορισμένα τα δέντρα που προσφέρουν πολύτιμη ξυλεία, όπως ο έβενος και το μαόνι. Η πανίδα της χώρας είναι σημαντική λόγω της ύπαρξης εκτεταμένων ζωνών ελάχιστα κατοικημένων, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται εκείνες των δύο δρυμών της Oυπέμπα (κοντά στην ομώνυμη λίμνη) και του Αλβέρτου (κοντά στη λίμνη Έντουαρντ). Τα δάση φιλοξενούν χιμπατζήδες, γορίλες, άλλα είδη πιθήκου και λεοπαρδάλεις· επίσης, τόσο στο δάσος όσο και στη σαβάνα βρίσκονται ελέφαντες με ένα υποείδος χαρακτηριστικό του Κ., δηλαδή τον ελέφαντα νάνο, και οι λευκοί και μαύροι ρινόκεροι. Στα εσωτερικά νερά και κοντά στις όχθες των ποταμών και των λιμνών ζουν πολυάριθμοι ιπποπόταμοι. Σε διάφορες ζώνες είναι διαδεδομένο το οκαπί, που ζει στα δάση, από τα φυλλώματα των οποίων τρέφεται. Σε πολλές περιπτώσεις απαντώνται οι μαύροι και κόκκινοι βούβαλοι και οι αντιλόπες, ενώ το λιοντάρι ζει μονάχα στις περιφερειακές σαβάνες. Η ορνιθοπανίδα είναι αρκετά πλούσια και ποικίλη, αλλά χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με εκείνη που είναι διαδεδομένη γενικά στην ισημερινή Αφρική. Πολυάριθμα είναι τα ερπετά, που εκπροσωπούνται ιδιαίτερα από πύθωνες και κροκόδειλους. Αναρίθμητα είναι τα είδη των ψαριών στα νερά της χώρας, ενώ ανάμεσα στα έντομα ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η μύγα τσε-τσε.Βασικός άξονας του υδρογραφικού συστήματος του Κ. είναι ο Κονγκός (4.200 χλμ.), ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου σε μήκος και ο δεύτερος, μετά τον Αμαζόνιο, σε έκταση λεκάνης (3.690.000 τ. χλμ.), που παρουσιάζει μια εξαιρετική σταθερότητα παροχής, λόγω της εισφοράς των παραποτάμων του, εκείνων που βρίσκονται στα Β και εκείνων που βρίσκονται στα Ν του ισημερινού, στις ζώνες των οποίων οι εποχές των περιόδων των βροχών είναι ανεστραμμένες. Ο ποταμός πηγάζει από τις πλαγιές του όρους Mουσόφι, στον ορεινό όγκο της Kατάνγκα, με την ονομασία Λουαλάμπα· διευθύνεται προς τα Β με σχεδόν ευθύγραμμη πορεία και δέχεται πολυάριθμους παραποτάμους. Ανάμεσα στους πρώτους είναι ο Λουμπούντι, που συμβάλλει στον Λουαλάμπα λίγο πριν από το βαθύπεδο της Kαμουλόντο. Σε αυτή την περιοχή οι διάφοροι ποταμοί ενώνονται για να σχηματίσουν μερικές λιμναίες λεκάνες, η μεγαλύτερη από τις οποίες είναι η Oυπέμπα (446 τ. χλμ.). Από τη λίμνη Mουέρου πηγάζει ο πρώτος σπουδαίος δεξιός παραπόταμος, ο Λουβούα. Επίσης από δεξιά προέρχονται άλλοι παραπόταμοι, όπως ο Eλίλα, ο Oυλίντι και ο Λόουα, που πηγάζουν από τη δυτική πλευρά της ορεινής αλυσίδας των Mιτούμπα, και ο Λουκούγκα, που προέρχεται από τη λίμνη Τανγκανίκα. Πριν φτάσει στην Kισανγκάνι, όπου πραγματοποιεί μια στροφή περίπου σε ορθή γωνία προς τα Δ, ο Λουαλάμπα διασχίζει επτά καταρράκτες, οι οποίοι οφείλουν τις ονομασίες τους στον εξερευνητή Στάνλεϊ· μετά τους καταρράκτες ο ποταμός μετονομάζεται σε Κονγκό, γίνεται πλωτός και δέχεται άλλους σπουδαίους παραποτάμους, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Λομάμι (επίσης πλωτός), από αριστερά, και ο Aρουβίμι από δεξιά, που πηγάζει, με την ονομασία Iτούρι, από τα ανάγλυφα που πλευρίζουν τη λίμνη Αλβέρτου. Ο ρους του μεγάλου ποταμού προχωρεί τοξοειδώς προς τα Β και απομακρύνεται από την ισημερινή γραμμή, για να ξανακατέβει προς αυτήν και να την ξαναπεράσει στην Mπαντάκα. Στη συνέχεια δέχεται από δεξιά έναν από τους μεγαλύτερους παραποτάμους, τον Ουμπανγκί, που για μεγάλο τμήμα αποτελεί τη μεθόριο του Κ. με τη Δημοκρατία του Κονγκό και με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Ακόμα πιο κάτω ο Κονγκός δέχεται από αριστερά τα νερά του μεγαλύτερου παραποτάμου του, του Κασάι, στον οποίο συμβάλλει ένα εκτεταμένο ποτάμιο δίκτυο που εκτείνεται σε όλη την ομώνυμη περιοχή. Η τοξοειδής πορεία οφείλεται στην προοδευτική δράση προσχωματικής πλήρωσης που ασκείται από τους ποταμούς οι οποίοι προέρχονται από τα Ν. Λίγο πριν από την Κινσάσα η ποτάμια κοίτη πλαταίνει, ξεπερνώντας τα 25 χλμ., και σχηματίζει σχεδόν έναν εκτεταμένο βάλτο ή μάλλον ένα δέλτα (το Στάνλεϊ Πουλ, που σήμερα ονομάζεται Πουλ Mαλέμπο), το οποίο οφείλεται στο φράγμα που δημιουργεί η ατλαντική ράχη. Στη συνέχεια περιορίζεται ξανά και αρχίζει το τμήμα καθόδου προς τη θάλασσα, ανάμεσα από τη σειρά μικρών και μεγάλων καταρρακτών που είναι γνωστοί ως Λίβινγκστον.Από φυλετική άποψη, η εθνική φυσιογνωμία του Κ. παρουσιάζεται περίπλοκη και ποικίλη. Αριθμητικά υπερισχύουν ως πληθυσμιακό στοιχείο οι Μπαντού, οι οποίοι, διασκορπισμένοι σχεδόν σε όλη την εδαφική έκταση της χώρας, καταλαμβάνουν τα δύο τρίτα της γης της. Δεύτεροι σε σπουδαιότητα έρχονται οι σουδανικοί πληθυσμοί, που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στις βόρειες περιφερειακές ζώνες. Στα βορειοανατολικά διαμερίσματα απαντούν ομάδες των νειλωτικών πληθυσμών, ενώ τους πραγματικούς αυτόχθονες –αυτούς που εκτόπισαν οι Mπαντού– τους εκπροσωπούν οι Πυγμαίοι (Mπαμπούτι στην Iτούρι, Mπατούα και Mπατσούα στην Kίβου και στο κεντρικό βαθύπεδο), οι οποίοι σήμερα ζουν στην καρδιά των ισημερινών δασών. Το πρόβλημα της καταγωγής των Mπαντού, όπως και των υπόλοιπων φυλετικών ομάδων, ουσιαστικά δεν έχει λυθεί. Πάντως, πιθανολογείται ότι οι Mπαντού κατέφθασαν από τις βόρειες περιοχές, πραγματοποιώντας μια μακραίωνη μεταναστευτική μετακίνηση, που υπολογίζεται πως πρέπει να άρχισε στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. και να συνεχίστηκε μέχρι τον 16ο αι. μ.Χ. Οι λαοί αυτοί απώθησαν στα βάθη της ζούγκλας τους Πυγμαίους, ενώ συγχρόνως εξαφάνισαν ή απορρόφησαν και τις φυλές που σήμερα χαρακτηρίζουμε ημι-Mπαντού και οι οποίες ζούσαν στο Κ. ήδη από τα προχριστιανικά χρόνια. Οι Mπαντού διαιρούνται σε πολυάριθμες φυλές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι οι Mαγιόμπε και οι Mπακόνγκο του κάτω Κ. μέχρι την Kινσάσα, οι Mπατέκε γύρω και μέσα στην πρωτεύουσα, οι Mόνγκο της βορειοδυτικής περιοχής (που αποτελούν μια τεράστια εθνότητα χωρισμένη σε περισσότερες από είκοσι φυλές, η πολιτιστική επίδραση των οποίων είναι φανερή και σε πολλές από τις όμορες περιοχές των εδαφών τους), οι Mπαμπάλι και οι Mονγκελίμα μεταξύ του ποταμού Tσόπο και της Iτούρι, οι φυλές των ψαράδων των ποταμών –οι επιλεγόμενοι άνθρωποι του νερού– οι οποίοι απαντώνται ανάμεσα στους ποταμούς Κονγκό και Oυμπανγκί, οι Aμπαμπούα στη βορειοανατολική περιοχή μεταξύ Oυέλε και Aρουβίμι και οι Tοφόκε στην ίδια περιοχή στην Kισανγκάνι, οι Oυαγκένια και οι Oυαρέγκα της επαρχίας Kίβου, η ομάδα της Kασάι με περίπου δώδεκα φυλές, όπως οι Mπακούμπα (Mπουσόνγκο), οι Mπένα Λουλούα, οι Mπακέτε, οι Aκέλα, οι Mπατετέλα κ.ά. Τέλος, είναι οι Mπαλούμπα, επίσης μεγάλη εθνότητα, η οποία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Kατάνγκα και κυριαρχεί σχεδόν σε όλες τις φυλές που δεν βρίσκονται υπό την επιρροή των Mόνγκο. Αντίθετα με τους Mπαντού, οι σουδανικοί πληθυσμοί εισέδυσαν στο Κ. σε πολύ πιο πρόσφατες εποχές, κατεβαίνοντας από τις σαβάνες του Βορρά. Σε εκείνες τις περιοχές, χάρη στην αρτιότερη οργάνωσή τους καθώς και στην πολεμική τους παράδοση, κατάφεραν να εκτοπίσουν τους Mπαντού και να τους ωθήσουν προς τα ισημερινά δάση. Ανάμεσα στις σουδανικές εθνότητες ξεχωρίζουν κυρίως οι φυλετικές ομάδες των Mανγκμπέτου και των Σαντέ. Ο αριθμός των ξένων και κυρίως των Ευρωπαίων, που ζούσαν στο Κ. πριν από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, περιορίστηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των φοβερών πολιτικών συγκρούσεων που ακολούθησαν τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης.Εδώ και μερικές δεκαετίες η δημογραφική ανάπτυξη του Κ. έχει αποκτήσει έναν αξιόλογο ρυθμό (μέση ετήσια αύξηση του πληθυσμού περίπου 2,8%), που χαρακτηρίζεται από αύξηση της γεννητικότητας και παράλληλο περιορισμό της θνησιμότητας. Ο πληθυσμός, από 8,4 εκατ. άτομα το 1928, ανήλθε στα 12.407.000 το 1955 και σχεδόν στα 14.000.000 το 1960. Όπως όμως ήταν φυσικό, ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας (1960) είχε σημαντικές δημογραφικές επιπτώσεις, αφού, όπως υπολογίζεται, μέχρι σήμερα έχει κοστίσει περισσότερες από 3 εκατ. ζωές. Ωστόσο το Κ. εξακολουθεί να παρουσιάζει μια ανοδική δημογραφική πορεία, αφού το αποτέλεσμα της απογραφής του 1976 ήταν 25,6 εκατ. κάτοικοι. Σήμερα (2003) οι κάτοικοι της χώρας υπολογίζονται σε 56.861.100, με μέση πυκνότητα 23,5 κατ. ανά τ. χλμ. και το προσδόκιμο ζωής τους ανέρχεται στα 47,1 χρόνια για τους άνδρες και στα 51,1 για τις γυναίκες. Ωστόσο η κατανομή του πληθυσμού εμφανίζει έντονη ανομοιομορφία.Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού του Κ. ζει σε μικρούς οικισμούς, ως επί το πλείστον, και ασχολείται με την αγροτική καλλιέργεια ή εργάζεται με ημερομίσθιο στις φυτείες. Το κυνήγι και το ψάρεμα αποτελούν ουσιαστικό συμπλήρωμα στη διατροφή. Ο πιο διαδεδομένος τύπος οικισμού αποτελείται από τετράγωνες ξυλοκαλύβες με πλεγμένα κλαδιά και διπλή στέγη. Η χωροταξική ανάπτυξη των οικισμών είναι συνήθως ομαλή, με έναν κεντρικό δρόμο στη μέση και μια πλατεία. Όμως υπάρχει μια αρχιτεκτονική διαφοροποίηση, λιγότερο ή περισσότερο έντονη, ανάμεσα στις καλύβες των ποικίλων φυλετικών ομάδων. Έτσι οι Mόνγκο, για παράδειγμα, συνηθίζουν να κατασκευάζουν στέγες σε σχήμα χελώνας, ενώ στις περιοχές που έχουν δεχθεί την επιρροή λαών οι οποίοι ήρθαν από τον νότο, οι στέγες έχουν σχήμα κωνικό. Χαρακτηριστική, εξάλλου, μορφή έχουν οι καλύβες των Mπατέκε, που είναι στρογγυλές, ελαφρώς υπερυψωμένες από το έδαφος, με στέγες σε σχήμα κυψέλης. Κατά μήκος των ποταμών, πολύ συχνά απαντούν κατοικίες στηριγμένες πάνω σε πασσάλους (τυπικό παράδειγμα οι κατοικίες των Mπανγκάλα), ενώ μερικές βορειοδυτικές πληθυσμιακές ομάδες –μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι οι Mπατέκε– εγκαθιστούν τους οικισμούς τους μέσα στα δάση. Η πιο πρωτόγονη μορφή κατοικίας είναι εκείνη των Πυγμαίων: πρόκειται για ένα απλό καταφύγιο από φλοιούς και φυλλώματα, πλεγμένα μεταξύ τους και στηριγμένα σε πλαίσια από εύκαμπτα κλαδιά δέντρων. Τελείως διαφορετική είναι η φυσιογνωμία των οικισμών των Mανγκμπέτου, στα ανατολικά υψίπεδα· οι λαοί αυτοί ζουν σε κατοικίες χτισμένες κατά μήκος των ποταμών και των κοιλάδων και τα σπίτια τους, που χωρίζονται από τα φαράγγια με μπανανιές, είναι περιτριγυρισμένα από καλλιεργημένα χωράφια.Έως την άφιξη των Ευρωπαίων το σημερινό Κ. διέθετε ελάχιστα κέντρα τα οποία θα μπορούσαν να ονομαστούν αστικά, μολονότι μερικά από τα παράκτια ιθαγενή βασίλεια είχαν αναπτύξει ένα είδος οικισμών, που στην οργάνωσή τους θύμιζαν πόλη· ουσιαστικά όμως επρόκειτο για μεγάλους οικισμούς, όπου κατοικούσαν οι αρχηγοί και οι φύλαρχοι. Η εμφάνιση των πρώτων πόλεων συμπίπτει χρονικά με την άφιξη των Βέλγων αποίκων και με την έναρξη της εκμετάλλευσης των ορυχείων. Σχεδόν όλες οι σημερινές πόλεις δημιουργήθηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μία εκ των οποίων είναι η Kινσάσα. Ο πληθυσμός της άρχισε να αυξάνεται σημαντικά μόλις το 1962, μετά την εκστρατεία ανυπακοής των ιθαγενών αρχηγών των Mπακόνγκο, οι οποίοι, μαζί με τους οπαδούς τους, άρχισαν από εκείνη τη χρονιά να συρρέουν και να εγκαθίστανται στην περιφέρεια της πόλης. Η ανάπτυξη των άλλων αστικών κέντρων, αντίθετα, συνδέεται με τη δημιουργία νέων επαρχιών, τα αστικά κέντρα των οποίων έγιναν πρωτεύουσες, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνουν μεγάλες μάζες αγροτικών πληθυσμών. Αρχικά οι χωρικοί προσπάθησαν να δημιουργήσουν και μέσα στις πόλεις ξεχωριστούς πυρήνες και συνοικίες κατά φυλές, σταδιακά όμως αναμείχθηκαν. Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε (1960-64), ο πληθυσμός πολλών πόλεων άρχισε να αυξάνεται, καθώς ολόκληρες φυλές ή εθνικές ομάδες, εκδιωγμένες από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, κατέφθαναν στα αστικά κέντρα: οι Mπαλούμπα, για παράδειγμα, τους οποίους εκδίωξαν οι Mπαλούντα από την Kανάνγκα, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στο Mπούτζι-Mάγι, τη νέα πρωτεύουσα του Ανατολικού Κασάι. Η αποαποικιοποίηση του Κ. είχε ως αποτέλεσμα μια κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη εσωτερική μετανάστευση, που έλαβε τεράστιες διαστάσεις, χωρίς αρχικά να ληφθεί κανένα μέτρο για την ανακοπή ή την οργάνωση της ομαδικής συρροής των ανθρώπων προς τις πόλεις. Έτσι, το ρεύμα της αστυφιλίας κατευθύνθηκε αποκλειστικά προς πέντε ή έξι αστικά κέντρα (Mατάντι, Kινσάσα, Mπουκάβου, Λουμπουμπάσι, Kισανγκάνι και Kανάνγκα), η οικονομική οργάνωση των οποίων είχε διατηρηθεί όπως ήταν την εποχή της βελγικής κυριαρχίας, χωρίς όμως να διαθέτει τη δυνατότητα της απορρόφησης του πρόσθετου εργατικού δυναμικού που αντιπροσώπευαν οι νεοφερμένοι. Το πρόβλημα της υποαπασχόλησης των ανθρώπων αυτών, που ήταν ήδη σοβαρό στα εμπορικά και διοικητικά κέντρα, απέκτησε οξύτατη μορφή κυρίως στα μεταλλευτικά κέντρα της Kατάνγκα, όπου μπορούσαν να απορροφηθούν μόνο ειδικευμένοι εργάτες. Σήμερα ο αστικός πληθυσμός του Κ. υπολογίζεται στο 39,5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Η πρωτεύουσα, Kινσάσα, αριθμεί περισσότερους από 6 εκατ. κατ. –που αυξάνονται με έναν εντυπωσιακό ετήσιο ρυθμό–, ενώ πολλές από τις υπόλοιπες νέες πόλεις έχουν κατά πολύ ξεπεράσει τους 200.000 κατ. Όπως είναι φυσικό, αυτή η ταχύρρυθμη ανάπτυξη έχει δημιουργήσει κοινωνικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν γενικά τους μεγάλους αστικούς οικισμούς και ειδικότερα τις νέες πόλεις του Τρίτου Κόσμου, και καθίστανται πολύ πιο έκδηλα στις φτωχές περιφερειακές συνοικίες. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα του Κ. είναι τα εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός του 2003, για περισσότερες πληροφορίες, βλ. αντίστοιχα λήμματα): Κινσάσα (Kinshasa, 6.541.300 κάτ.), Κανάνγκα (Kananga, 557.800 κάτ.), Λουμπουμπάσι (Lubumbashi, 1.105.900 κάτ.), Κισανγκάνι (Kisangani, 523.000 κάτ.), Μπουκάβου (Bukavu, 241.100 κάτ.), Λικάσι (Likasi, 385.700 κάτ.), Ματάντι (Matadi, 230.000 κάτ.), Μπαντάκα (Mbandaka, 211.800 κάτ.).Χάρη στο υπέδαφος καθώς και στις άλλες φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές του, το Κ. έμοιαζε αρχικά να διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επέτρεπαν μια ανάπτυξη δυτικού τύπου. Όπως όμως καταδεικνύεται από τα γεγονότα –τη σημερινή δηλαδή οικονομική ύφεση που μαστίζει τη χώρα–, από την εποχή της ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα κατασπαταλήθηκε μια τεράστια εθνική περιουσία, δίχως να επιτευχθεί καμία ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων. Οι λόγοι αυτής της αποτυχίας έχουν πολιτική και οικονομική προέλευση. Σε πολιτικό επίπεδο, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, ο συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος και η απώλεια της διεθνούς εμπιστοσύνης, η οποία ήταν φυσικό επακόλουθο. Σε οικονομικό επίπεδο, σημαντική επίδραση άσκησε η πτώση των τιμών του χαλκού (μετάλλευμα στο οποίο το Κ. είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς του κόσμου) καθώς και τα άκαιρα ή απερίσκεπτα οικονομικά μέτρα που υιοθετήθηκαν κατά καιρούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα κολοσσιαίο εξωτερικό χρέος 13 δισ. δολ. (2000, το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εξωτερικό χρέος του κόσμου) και η άνοδος του πληθωρισμού στο 358% (2001). Η χώρα υποχρεούται να εισάγει σχεδόν το σύνολο των κεφαλαιουχικών της αγαθών, καθώς και το μέγιστο μέρος των πρώτων υλών που επεξεργάζεται η βιομηχανία της. Τα έργα υποδομής είναι ελλιπή ή ανύπαρκτα. Οι δρόμοι και οι συγκοινωνίες του εσωτερικού είναι σε τόσο κακή κατάσταση ώστε είναι πιο εύκολη η επικοινωνία με το εξωτερικό παρά η επικοινωνία ανάμεσα στις επαρχίες της χώρας. Το 1993 η κυβέρνηση προσπάθησε με την έκδοση ενός νέου νομίσματος –νέο ζαΐρ– να επιτύχει τον περιορισμό του πληθωρισμού που έφτανε το 4000% και να ενισχύσει τις εξαγωγές, μέθοδος που απέτυχε. Δημιούργησε μάλιστα ταραχές και αύξηση της εγκληματικότητας, που ενίσχυσαν το ήδη υπάρχον κλίμα της αβεβαιότητας. Μετά τη μετονομασία της χώρας από Ζαΐρ σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κ., το νέο ζαΐρ αντικαταστάθηκε από το κονγκολέζικο φράγκο. Στον αγροτικό τομέα απασχολείται το 68% του ενεργού πληθυσμού ενώ ένα 16% ασχολείται κυρίως με τον ορυκτό πλούτο αλλά και με τη βιομηχανία. Η ενέργεια προέρχεται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς (98%).Η αμέλεια που επιδείχθηκε στον τομέα της αγροτικής πολιτικής οδήγησε το Κ. σε μια πλήρη ανεπάρκεια ειδών διατροφής πρώτης ανάγκης, με αποτέλεσμα να διενεργούνται τεράστιες εισαγωγές τροφίμων για την κάλυψη των κενών της εσωτερικής αγοράς, οι οποίες επιβάρυναν δυσανάλογα το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Τα αίτια της σοβαρής αγροτικής κρίσης εστιάζονται στην έλλειψη γεωργικών επενδύσεων, στις εξευτελιστικές τιμές με τις οποίες αμείβονταν οι χωρικοί, στην εξαθλίωση του συγκοινωνιακού δικτύου και στην εθνικοποίηση του αγροτικού τομέα. Ωστόσο, εξίσου επιζήμια στάθηκε στο παρελθόν και η αγροτική πολιτική των αποίκων· οι Βέλγοι παραμέλησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τις λεγόμενες καλλιέργειες επιβίωσης και, απαλλοτριώνοντας τις πιο προνομιούχες εκτάσεις, στράφηκαν στην παραγωγή μόνο εμπορεύσιμων αγροτικών προϊόντων για τις ξένες αγορές. Έτσι, η παραγωγή γεωργικών ειδών επιβίωσης περιορίστηκε στις απομακρυσμένες και δίχως επικοινωνία περιοχές του Κ. Οι καλλιέργειες επιβίωσης δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, καθώς τα μόνα αξιόλογα προϊόντα που μπορούν να προστεθούν στα δημητριακά και στο ρύζι είναι η μανιόκα, οι μπανάνες και οι γλυκοπατάτες. Οι εμπορικές καλλιέργειες, εντοπισμένες κυρίως στα μέρη που διαθέτουν οργανωμένη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση, περιλαμβάνουν κυρίως βαμβάκι (εκκοκκιστήρια στη λεκάνη του Oυμπανγκί, στην Kασάι και στην Κατάνγκα), φοινικέλαιο (στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Kασάι και Kουίλου, καθώς και σε όλη τη μέση λεκάνη του Κ.), καφέ (που εισάγει στη χώρα το περισσότερο συνάλλαγμα), κακάο, καουτσούκ, ζαχαροκάλαμο, αραχίδες, τσάι, σουσάμι και καπνά.Η κτηνοτροφία του Κ. είναι εξίσου περιορισμένη και κυρίως στον τομέα των βοοειδών, δεδομένου ότι ολόκληρη η χώρα μαστίζεται από τη μύγα τσε-τσε. Η αλιεία γίνεται μόνο στα ποτάμια, με πρωτόγονα μέσα, και μολονότι υπάρχει αφθονία ψαριών (163.000 τόνοι αλιευμάτων το 1997), η έλλειψη μονάδων κονσερβοποιίας εμποδίζει την ευρεία εμπορική εκμετάλλευση των αλιευτικών προϊόντων.Η ιστορική εξέλιξη της περιοχής έως την αποικιοκρατία. Η γεωγραφική περιοχή την οποία καλύπτει το σημερινό Κ. είχε κατακτηθεί πολύ πριν καταφθάσουν οι Ευρωπαίοι άποικοι από τους λεγόμενους οριακούς λαούς που ζούσαν ανάμεσα στο δάσος και στη σαβάνα –τους Mπόλια, τους Kούμπα κ.ά.– καθώς και από τους λαούς Λούμπα-Λούντα και τους Πυγμαίους. Οι Πορτογάλοι, οι οποίοι πρώτοι εξερεύνησαν τον Κονγκό, ήρθαν σε επαφή με ένα βασίλειο Μπαντού το 1482. Το 1490 στην περιοχή έφτασαν Πορτογάλοι ιεραπόστολοι, συνάντησαν όμως τεράστια αντίδραση από τους ιθαγενείς. Ο επόμενος Κονγκολέζος βασιλιάς, που παραδίδεται με το όνομα Αλφόνσος, δέχτηκε να εκχριστιανίσει το βασίλειό του, έχτισε εκκλησίες και υιοθέτησε ένα πορτογαλικό μοντέλο διακυβέρνησης· τίποτε άλλο, όμως, δεν είναι γνωστό για εκείνον. Από τα βασίλεια της ομάδας των οριακών λαών, σημαντικότερο υπήρξε αυτό των Mπακούμπα (ή Mπουσόνγκο), το οποίο πιθανότατα ιδρύθηκε λίγο μετά το 1568, επεκτάθηκε και ισχυροποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 18ου αι. και, παρά τις επιθέσεις των γειτονικών φυλών Mπένα Λουλούα, κατάφερε να διατηρήσει αμετάβλητα τα αρχικά σύνορά του μέχρι την άφιξη των Βέλγων, ενάντια στους οποίους, πριν τελικά υποκύψει, αντιστάθηκε σθεναρά επί έξι χρόνια (1904-10). Εξάλλου, οι καταβολές του βασιλείου των Λούμπα πρέπει να αναζητηθούν στους λαούς που ήταν εγκατεστημένοι ανάμεσα στον ποταμό Mπουσιμάιε και στις λίμνες της Kατάνγκα. Οι λαοί αυτοί απέκτησαν τον 16ο αι. έναν αρχηγό που ονομαζόταν Κονγκόλο, ιδρυτή του κράτους των Λούμπα, το οποίο έφτασε στην ακμή του την εποχή του Kομβίμπα Nγκόμπα, στις αρχές του 19ου αι. Έκτοτε άρχισε η παρακμή, της οποίας η κύρια αιτία ήταν οι συνεχείς επιθέσεις των μαύρων Αράβων και των συμμάχων τους (Tίπου Tιμπ και Mσιρ). Έτσι, περίπου το 1870, όταν στον θρόνο των Λούμπα ανήλθε ο Kασόνγκο Kαλόμπο, το κράτος είχε ήδη συρρικνωθεί αισθητά. Για την καταγωγή του βασιλείου των Λούντα οι πληροφορίες είναι πολύ περιορισμένες και ανήκουν κυρίως στον χώρο του μύθου· σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτής του κράτους υπήρξε ο Kιμπίντα Iλούνγκα, γιος ενός μονάρχη των Λούμπα, ο οποίος κατευθυνόμενος προς τα Δ γνώρισε και παντρεύτηκε την κόρη ενός φύλαρχου Λούντα, που είχε αποκληρώσει τους γιους του και είχε αφήσει την εξουσία του σ’ εκείνη. Το νέο κράτος των Λούντα είχε επεκτείνει τον 17ο αι. τον έλεγχό του στις εκτεταμένες σαβάνες που καλύπτουν εδάφη της Κατάνγκα, της Αγκόλα και της Ζάμπια, ωστόσο δεν είχε αποκτήσει ποτέ ενιαίο χαρακτήρα. Η εξερεύνηση του Στάνλεϊ και η βελγική κυριαρχία. Περίπου στα τέλη του 18ου αι. και σε όλη τη διάρκεια του 19ου, καθώς το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την αφρικανική ήπειρο εντεινόταν διαρκώς, η κοιλάδα του ποταμού Κονγκού άρχισε να δέχεται τους πρώτους εξερευνητές. Τρεις από τους πιο φημισμένους, ο Nτέιβιντ Λίβινγκστον (που διέμενε στην περιοχή μεταξύ 1852 και 1856), ο Λόουετ Kάμερον (1873-75) και ο δημοσιογράφος σερ Xένρι Mόρτον Στάνλεϊ, έδωσαν λεπτομερείς πληροφορίες για τα εδάφη που διέρρεε σε όλο το μήκος της διαδρομής του ο ποταμός. Ο τελευταίος μάλιστα πραγματοποίησε και το κατόρθωμα να κατέβει το ρεύμα του ποταμού από τον σταθμό της Nιανγκούε μέχρι τις εκβολές του, στην Mπόμα (1876-77). Το εγχείρημα του Στάνλεϊ εξυπηρετούσε θαυμάσια τα σχέδια του βασιλιά Λεοπόλδου Β’ του Βελγίου, ο οποίος φρόντισε το 1879 να οργανώσει μια νέα εξερευνητική αποστολή υπό την αρχηγία του Στάνλεϊ, κατορθώνοντας έτσι να θέσει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του Κ. υπό την εξουσία της λεγόμενης Διεθνούς Εταιρείας του Κονγκό, που ήταν δημιούργημά του. Η εταιρεία ίδρυσε εμπορικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων ήταν και η Λεοπολντβίλ (σημερινή Κινσάσα). Με τη διεθνή διάσκεψη του Βερολίνου (1884-85), το δικαίωμα κατοχής του Λεοπόλδου στο Κ. επικυρώθηκε επίσημα και, στις 26 Φεβρουαρίου 1885, αναγγέλθηκε η ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους του Κ., του οποίου ο Λεοπόλδος ανακηρύχθηκε προσωπικά μονάρχης και ανέλαβε την ηγεσία. Η διαρκής αναταραχή στο κράτος κατά τις αρχές του 20ού αι. λόγω της κακομεταχείρισης του ιθαγενούς πληθυσμού από τους Βέλγους είχε ως αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί το βελγικό κοινοβούλιο να προσαρτήσει τα εδάφη του Κ., μετατρέποντάς το σε αποικία με την ονομασία Βελγικό Κ. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο βελτιώθηκαν πολύ οι βιομηχανικές υποδομές του Βελγικού Κ. και άρχισε να προετοιμάζεται το έδαφος για τη διαδικασία ανεξαρτησίας του κράτους. Οι πρώτες κινήσεις για κάποια πολιτική αλλαγή στην αποικία του Κ. χρονολογούνται το 1956, όταν μια ομάδα Κονγκολέζων, με αρχηγό τον Zοζέφ Kασαβούμπου, μετέτρεψε μια προϋπάρχουσα πολιτιστική ένωση σε πολιτικό κόμμα (το ABAKO, από τα αρχικά των λέξεων Alliance des Bakongo), με στόχο την απόκτηση εθνικής ανεξαρτησίας. Η δημιουργία εξάλλου της Γαλλο-αφρικανικής κοινότητας, περίπου την ίδια εποχή, είχε άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική ζωή του Κ., όπου είδε το φως ένα δεύτερο κόμμα, το Εθνικό Κονγκολέζικο Κίνημα, με ηγέτη τον Πατρίς Λουμούμπα (που καταγόταν από τη φυλή των Mπατετέλα). Προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση, η βελγική κυβέρνηση προχώρησε σε ορισμένες παραχωρήσεις (1956-59), με την ελπίδα ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε ίσως να ικανοποιήσει τους εθνικιστές. Αργότερα όμως, με την παρότρυνση και των HΠA, αποφάσισε να παραχωρήσει στη χώρα την ανεξαρτησία της. Στην εσπευσμένη παραχώρηση της ανεξαρτησίας αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η ξαφνική έκρηξη, τον Ιανουάριο του 1959, σοβαρότατων επεισοδίων στη Λεοπολντβίλ. Οι Βέλγοι υπέγραψαν την ανεξαρτησία στις 30 Ιουνίου 1960, ο Kασαβούμπου έγινε πρόεδρος της δημοκρατίας και ο Λουμούμπα πρωθυπουργός. Ωστόσο, η κεντρική κυβέρνηση της χώρας και η επαρχιακή κυβέρνηση της Kατάνγκα ήρθαν σε σύγκρουση. Πρόεδρος της τελευταίας ήταν ο Mοΐς Tσόμπε, οπαδός των Βέλγων. Ο αγώνας για εθνική ενότητα. Από τον Ιούλιο του 1960 μέχρι τον Ιανουάριο του 1963 η αποσχιστική κίνηση της Kατάνγκα μετέτρεψε το Κ. σε πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού. Ο Tσόμπε, υπό την πίεση της πανίσχυρης Union Miniére και βελγικών στρατιωτικών δυνάμεων, ανακήρυξε την Kατάνγκα ανεξάρτητη, ενώ ο κεντρικός πρωθυπουργός Λουμούμπα, από την πλευρά του, ζητούσε την παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών και την αποστολή κυανοκράνων στη χώρα, την οποία και ενέκρινε το Συμβούλιο Ασφαλείας· παράλληλα, ζήτησε την απόσυρση των βελγικών στρατευμάτων. Ήδη όμως, ανάμεσα στον Λουμούμπα, ένθερμο υποστηρικτή της εθνικής ενότητας, και στον Kασαβούμπου, πρόεδρο της δημοκρατίας, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται διάσταση απόψεων. Τον Σεπτέμβριο του 1960 ο Kασαβούμπου έπαυσε τον Λουμούμπα, η βουλή όμως ψήφισε υπέρ του τέως πρωθυπουργού. Καθώς η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο κύριους πολιτικούς ηγέτες της χώρας ήταν πια ανοιχτή, την έκρυθμη κατάσταση στο Κ. ανέλαβαν να εξουδετερώσουν τα στρατεύματα του συνταγματάρχη Mομπούτου, υποστηρικτή του Κασαβούμπου, με παρέμβασή τους. Οι δυνάμεις του δυτικού κόσμου υπονόμευαν τον Λουμούμπα ως υποστηρικτή της πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης στην Αφρική. Ο Μομπούτου διέταξε τους πρεσβευτές της ΕΣΣΔ και της Τσεχοσλοβακίας να εγκαταλείψουν τη χώρα, ο Λουμούμπα συνελήφθη, προσπάθησε να διαφύγει στη Στανλεϊβίλ, στον δρόμο όμως συνελήφθη και πάλι, κλείστηκε σε στρατόπεδο και τελικά δολοφονήθηκε τον Φεβρουάριο του 1961. Ο θάνατος του Λουμούμπα διευκόλυνε την ένωση του Κ., αν και χρειάστηκαν δύο ακόμα χρόνια σκληρών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και στρατιωτικών συγκρούσεων. Ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του OHE, Nταγκ Xάμερσκελντ, έχασε τη ζωή του σε ένα μυστηριώδες αεροπορικό δυστύχημα, ενώ κατευθυνόταν σε προκαθορισμένη συνάντηση με τον Tσόμπε. Η τελική επίθεση εξαπολύθηκε ύστερα από διαταγή του νέου γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Oυ Θαντ, στα τέλη του 1962, και αφού προηγουμένως είχε εξασφαλιστεί η υποστήριξη των HΠA· στις 2 Αυγούστου 1962 σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σιρίλ Aντούλα. Όμως η ισχύς του τελευταίου ουσιαστικά στηριζόταν στην παρουσία των κυανοκράνων του OHE και στην υποστήριξη των HΠA. Τελικά, στις 15 Ιανουαρίου 1963 οι δυνάμεις του ΟΗΕ παρενέβησαν ενεργώς υπέρ του Αντούλα, ο Tσόμπε συνθηκολόγησε και, τυπικά, το Κ. επανέκτησε την ενότητά του. Στις 30 Ιουνίου 1964, ωστόσο, η εντολή του OHE έληξε, οπότε οι ΗΠΑ σε συμφωνία με το Βέλγιο αποφάσισαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τον Tσόμπε. Στο διάστημα αυτό είχαν μεσολαβήσει σημαντικά γεγονότα. Τον Οκτώβριο του 1963 είχε ιδρυθεί στην Μπραζαβίλ η Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης (CNL), την οποία είχαν πλαισιώσει όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η δράση ενός επαναστατικού στρατού, που είχε αναδείξει την προσωπικότητα του Λουμούμπα στη σφαίρα του μύθου, είχε αρχίσει να γίνεται έντονα αισθητή. Τον Ιούλιο του 1964, ως λύση, κλήθηκε από τον Kασαβούμπου ο Tσόμπε, στον οποίο ανατέθηκε η προεδρία της κεντρικής κυβέρνησης. Η ελπίδα όμως ότι ο Tσόμπε θα κατάφερνε να επηρεάσει τον αρκετά ευμετάβλητο σε προσανατολισμούς στρατό της χώρας και θα τον έπειθε να απαρνηθεί τα ιδανικά της επανάστασης αποδείχθηκε μάταιη. Κατά το χρονικό διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου του 1964 όλες οι βορειοανατολικές περιοχές του Κ. πέρασαν υπό τον έλεγχο του επαναστατικού στρατού. Η πτώση της Λεοπολντβίλ φαινόταν και αυτή αναπόφευκτη. Στην πόλη κρατούνταν όμηροι, ανάμεσά τους και πολλοί λευκοί, που η ζωή τους διέτρεχε άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο, στην έξαρση του πολέμου, τα στρατεύματα του Tσόμπε εξοπλίστηκαν με βαρύ οπλισμό και απέκτησαν τη στρατηγική υποστήριξη του Βελγίου και των ΗΠΑ· και στις 24 Νοεμβρίου 1964, με τη βοήθεια της αμερικανικής αεροπορίας, βελγικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Στανλεϊβίλ, γράφοντας τον επίλογο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κ. Στις αρχές του επόμενου χρόνου ο Τσόμπε προκήρυξε γενικές εκλογές και νομιμοποίησε την εξουσία του. Σχεδόν αμέσως μετά, όμως, ένα νέο ρήγμα δημιουργήθηκε στις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν κυριαρχήσει στη χώρα μετά τον θάνατο του Λουμούμπα. Στις 12 Οκτωβρίου 1965 ο Kασαβούμπου απομάκρυνε τον Tσόμπε και ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Eβαρίστ Kίμπα, ο οποίος ωστόσο δεν κατάφερε να κερδίσει ψήφο εμπιστοσύνης στη βουλή. Έτσι, το κενό που είχε δημιουργηθεί στην πολιτική εξουσία στάθηκε η αφορμή που ζητούσε ο στρατός για να επέμβει. Στις 24 Νοεμβρίου 1965 ο στρατηγός Mομπούτου απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον Kασαβούμπου και, αναλαμβάνοντας όλες τις εξουσίες, εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς προεδρικού τύπου –ουσιαστικά δικτατορία– το οποίο νομιμοποιήθηκε με τη θέσπιση ενός νέου συντάγματος (1967). Η διακυβέρνηση του Mομπούτου. Στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Μομπούτου η χώρα γνώρισε σχετική ηρεμία, με σποραδικές μόνο αναταραχές. Ορισμένα ορυχεία κρατικοποιήθηκαν, ενώ οι ευρωπαϊκές ονομασίες πολλών πόλεων της χώρας αντικαταστάθηκαν από αφρικανικές. Το 1970 ο Μομπούτου εξελέγη πρόεδρος για 7 χρόνια και το 1971 η χώρα μετονομάστηκε σε Ζαΐρ. Σύντομα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, συνυπολογιζόμενης της κάθετης πτώσης των τιμών του χαλκού, πολλαπλασιάστηκαν: ο πληθωρισμός και το εξωτερικό χρέος γιγαντώθηκαν και η ανεργία έφτασε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Τους πρώτους μήνες του 1977 το καθεστώς Mομπούτου, που αντιμετώπιζε ήδη την ασφυκτική αυτή οικονομική κατάσταση, κινδύνευσε και από μια επανάσταση στην πλούσια επαρχία της Κατάνγκα, υποκινημένη από παλαιότερους οπαδούς του Tσόμπε, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Αγκόλα με την υποστήριξη ξένων μισθοφόρων. Η εισβολή στη χώρα από την Αγκόλα, το 1977, ανάγκασε τον Mομπούτου να προχωρήσει σε ορισμένες πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους διενεργήθηκαν βουλευτικές εκλογές και τον Δεκέμβριο προεδρικές, στις οποίες ο Mομπούτου, μοναδικός υποψήφιος, εξελέγη για μία ακόμη επταετή θητεία. Στις αρχές του 1982 οι αντίπαλοι της μονοκομματικής κυβέρνησης σχημάτισαν την Ένωση για τη Δημοκρατία και την Κοινωνική Πρόοδο. Αργότερα συγκροτήθηκε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης το Μέτωπο για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας, επικεφαλής του οποίου ορίστηκε ο Nγκούζα Kαρλ-I-Mποντ. Τον Μάιο του 1983, μετά τη δημοσίευση μιας αποκαλυπτικής έκθεσης της Διεθνούς Αμνηστίας, με την οποία καταγγέλλονταν οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Mομπούτου προσέφερε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς εξόριστους, ορισμένοι από τους οποίους επέστρεψαν στη χώρα. Ωστόσο, η βίαιη αντίθεση στο καθεστώς του Mομπούτου συνέχισε να εκδηλώνεται. Το 1984 ο Mομπούτου εξελέγη και πάλι πρόεδρος χωρίς αντίπαλο. Αλλά οι διεθνείς καταγγελίες για συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις στελεχών της αντιπολίτευσης συνεχίστηκαν. Τον Οκτώβριο του 1986 ο ίδιος ο Mομπούτου παραδέχθηκε το βάσιμο ορισμένων καταγγελιών. Η οργάνωση μεγάλων διαδηλώσεων της αντιπολίτευσης, οι οποίες καταστέλλονταν βίαια από τις δυνάμεις ασφαλείας, κατά τη διάρκεια του 1989 και του 1990, ανάγκασαν τον Mομπούτου να ανακοινώσει την εφαρμογή πολυκομματικού πολιτικού συστήματος. Το 1990 επετράπη η λειτουργία ελεύθερων συνδικάτων, αλλά πολλές ξένες χώρες, και ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, ανακοίνωσαν τη διακοπή κάθε βοήθειας προς το Κ. (τότε Ζαΐρ), λόγω του αυταρχικού χαρακτήρα του καθεστώτος. Η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον Mομπούτου ότι, πέρα από τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις των αντιπάλων του, είχε αποκτήσει και μια υπέρογκη προσωπική περιουσία με καταχρήσεις της ξένης βοήθειας. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στα τέλη του 1990, ασκώντας ένοπλη βία, και σύμφωνα με τις πληροφορίες τα θύματα ήταν πολλά. Στις αρχές του 1991 είχε ιδρυθεί μεγάλος αριθμός νέων κομμάτων, ενώ σημειώθηκαν και οι πρώτες γενικές απεργίες στον δημόσιο τομέα. Ο Mομπούτου περιέλαβε και ορισμένους εκπροσώπους μικρών κομμάτων στη νέα του κυβέρνηση, αλλά κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν δέχθηκε την προσφορά. Τον Απρίλιο του 1991 περισσότεροι από 40 άνθρωποι σκοτώθηκαν όταν οι δυνάμεις ασφαλείας άνοιξαν πυρ εναντίον των διαδηλωτών, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους 130 κόμματα και οργανώσεις της αντιπολίτευσης οργάνωσαν ένα ενιαίο μέτωπο, την Ιερή Ένωση. Ο Mομπούτου προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο κάλεσε την αντιπολίτευση να λάβει μέρος σε μια εθνική συνδιάσκεψη για την προετοιμασία νέου συντάγματος, η οποία όμως αναβλήθηκε επανειλημμένα. Στις αρχές του 1992, ενώ οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν στην Kινσάσα, πραγματοποιήθηκαν νέες συλλήψεις μετά την αποκάλυψη απόπειρας πραξικοπήματος, ενώ η κυβέρνηση συνέχισε να αντιμετωπίζει με τα όπλα τις διαδηλώσεις εναντίον του Mομπούτου. Τελικά, η εθνική συνδιάσκεψη συγκλήθηκε και αξιοποιώντας τις αρμοδιότητές της εξέλεξε ως πρώτο επίτροπο τον Ετιέν Tσισεκέντι, ηγέτη της Ένωσης για τη Δημοκρατία και την Κοινωνική Πρόοδο. Με απόφαση της εθνικής συνδιάσκεψης ο Tσισεκέντι πήρε την εντολή να κυβερνήσει για 24 μήνες μέχρι τη σύνταξη του νέου συντάγματος. Λίγο αργότερα, ο Tσισεκέντι, η εκλογή του οποίου θεωρήθηκε νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον του Mομπούτου, όρισε μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία μετείχαν και αντίπαλοι του Mομπούτου. Ωστόσο, ο Mομπούτου δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί περιορισμό των εξουσιών του και αντιτάχθηκε άμεσα στην προσπάθεια του Tσισεκέντι να διαμορφώσει ένα καθεστώς με περιορισμένες προεδρικές εξουσίες. Στα τέλη του χρόνου η εθνική συνέλευση υιοθέτησε σχέδιο συντάγματος, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία μιας Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας του Κ. και την εκλογή του προέδρου με λαϊκή ψήφο. Ο Mομπούτου αντέδρασε σκληρά και προσπάθησε να διαλύσει την κυβέρνηση του Tσισεκέντι. Η εθνική συνέλευση αυτοδιαλύθηκε και τη διαδέχθηκε ένα ανώτατο συμβούλιο της δημοκρατίας, το οποίο ως ανώτατη εξουσία είχε το δικαίωμα να τροποποιήσει το σύνταγμα και να διενεργήσει εκλογές. Μπροστά στην απειλή της καθαίρεσής του, ο Mομπούτου διέταξε να διαλυθεί το ανώτατο συμβούλιο και η κυβέρνηση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1993 το ανώτατο συμβούλιο ανακοίνωσε ότι ο Mομπούτου ήταν ένοχος προδοσίας λόγω κακής διαχείρισης των κρατικών υποθέσεων και απείλησε να θέσει σε λειτουργία τη διαδικασία καθαίρεσής του, αν αυτός δεν αναγνώριζε τη νομιμότητα της κυβέρνησης του Tσισεκέντι. Όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν μπόρεσαν να υποχρεώσουν τον Mομπούτου σε παραίτηση και στις ταραχές που ακολούθησαν σκοτώθηκαν αρκετά άτομα, ανάμεσα στους οποίους και ο Γάλλος πρέσβης, ενώ ο Mομπούτου κάλεσε σε βοήθεια στρατεύματα από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Στις αρχές Μαρτίου του 1993, σε μια προσπάθεια επιβεβαίωσης της εξουσίας του, ο Mομπούτου συγκάλεσε ένα ειδικό συμβούλιο των πολιτικών δυνάμεων για να συζητήσουν το μέλλον της χώρας. Το συμβούλιο αυτό όρισε τον Φόστεν Mπιρίντουα ως πρωθυπουργό, η εθνική συνέλευση ανασυστάθηκε ως αντίβαρο στο ανώτατο συμβούλιο και ο Mομπούτου προσπάθησε να παραμερίσει τους αντιπάλους του έχοντας την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, με τον στρατό να απειλεί τα στελέχη της αντιπολίτευσης, ενώ επαναλήφθηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ φυλών στην Κατάνγκα και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ζητήσει την παρέμβαση του OHE. Η μεσολαβητική προσπάθεια του απεσταλμένου του γενικού γραμματέα του OHE απέτυχε να εξασφαλίσει τη συναίνεση των αντίπαλων πλευρών για το μέλλον της χώρας. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1993 υπήρξε συμφωνία ανάμεσα στον Mομπούτου και στα κυριότερα κόμματα της αντιπολίτευσης για τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία θα λειτουργούσαν οι λεγόμενοι μεταβατικοί θεσμοί: ο πρόεδρος της δημοκρατίας, μια αναδιοργανωμένη βουλή και η κυβέρνηση. Ωστόσο, οι προσπάθειες για τη διευκρίνιση των όρων της συμφωνίας προσέκρουαν στη διαφωνία γύρω από την παραμονή του Tσισεκέντι στη θέση του πρωθυπουργού. Τα δύο στρατόπεδα συγκροτήθηκαν κυρίως γύρω από την Ιερή Ένωση Ριζοσπαστικής Αντιπολίτευσης του Tσισεκέντι και τις Πολιτικές Δυνάμεις του Mομπούτου. Προσπαθώντας να δώσει λύση στο αδιέξοδο, ο Mομπούτου απηύθυνε τελεσίγραφο στα πολιτικά κόμματα τον Ιανουάριο του 1994, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί τελικά συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής συμφιλίωσης, την οποία υπέγραψαν τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο Mομπούτου διέλυσε το ανώτατο συμβούλιο και την κυβέρνηση και δήλωσε ότι το θέμα των δύο υποψηφίων για την πρωθυπουργία θα επιλυόταν από ένα μεταβατικό σώμα, το οποίο έγινε γνωστό ως ανώτατο συμβούλιο της δημοκρατίας. Παρά τις αντιρρήσεις, το όργανο αυτό συνήλθε και, έπειτα από αντιδικίες γύρω από τη διαδικασία, εξέλεξε τον Ιούνιο του 1994 ως πρωθυπουργό των Λεόν Kένγκο Bα Nτόντο. Η εκλογή αυτή καταγγέλθηκε ως παράνομη από την αντιπολίτευση, αλλά τελικά η κυβέρνηση απέσπασε ψήφο εμπιστοσύνης από αυτό το νέο όργανο. Ο νέος πρωθυπουργός προσπάθησε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της διεθνούς κοινότητας στη νέα κυβέρνηση, η οποία προχώρησε και σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Τον Μάιο του 1995, μολονότι υιοθετήθηκε ο νέος εκλογικός νόμος, τα οικονομικά προβλήματα της χώρας οδήγησαν σε νέα αναβολή της ημερομηνίας των εκλογών που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιούλιο. Την ίδια εποχή εξάλλου παρατηρήθηκε επιδημία του ιού Έμπολα, με αποτέλεσμα να πεθάνουν τουλάχιστον 160 άνθρωποι πριν επιβληθούν μέτρα καραντίνας. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς εκδιώχθηκαν οι πρόσφυγες από τη Ρουάντα και το Μπουρούντι που είχαν βρει καταφύγιο στα εδάφη της χώρας. Μετά από παρέμβαση της ύπατης αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, ο επαναπατρισμός των τελευταίων διεξήχθη ομαλά, ενώ η ΕΕ ενέκρινε ανθρωπιστική βοήθεια ύψους 119 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ. Επίσης ορίστηκαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές για τον Μάιο του 1997. Τον Αύγουστο του 1996 ο Μομπούτου μετέβη στην Ελβετία για λόγους υγείας. Πολύ σύντομα, με αφορμή την απουσία του, ξέσπασαν ταραχές, ενώ μια νέα πολιτική δύναμη αναδύθηκε: η Συμμαχία Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση του Ζαΐρ, με ηγέτη τον Λοράν Καμπίλα. Όταν επέστρεψε ο Μομπούτου τον Δεκέμβριο, η Συμμαχία είχε ήδη ισχυροποιήσει τη θέση της μέσα στο κράτος, ενώ είχε αλλάξει και η ηγεσία του στρατού. Πρωθυπουργός ήταν ο Βα Ντόντο. Τον Ιανουάριο ξέσπασε νέος εμφύλιος, με χιλιάδες πρόσφυγες. Στις αρχές Μαΐου του 1997 ο Νέλσον Μαντέλα ανέλαβε τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ Μομπούτου και Καμπίλα προς εξεύρεση ειρηνικής λύσης. Στο μεταξύ όμως τα στρατεύματα του Καμπίλα κατέλαβαν την Κινσάσα, ο Καμπίλα αυτοανακηρύχθηκε αμέσως πρόεδρος και άλλαξε την ονομασία της χώρας, από Ζαΐρ σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κ. Το καθεστώς του Καμπίλα και η συνεχιζόμενη αστάθεια. Οι υποψίες σχετικά με τον μη δημοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος άρχισαν να δημιουργούνται από πολύ νωρίς. Σύμφωνα με την τελική έκθεση των επιθεωρητών του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι δυνάμεις του Καμπίλα και ο στρατός της Ρουάντα δολοφόνησαν χιλιάδες πρόσφυγες Χούτου κατά τη διάρκεια του 1997. Τον Αύγουστο του 1998 εξερράγη εξέγερση εναντίον του Καμπίλα, με συμμετοχή στρατευμάτων από την Αγκόλα. Σύντομα ο πόλεμος γενικεύθηκε στην περιοχή. Ακολούθησαν διαδοχικές ανεπιτυχείς προσπάθειες ειρήνευσης από τον ΟΗΕ και τον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας. Υπεγράφη ανακωχή τον Αύγουστο του 1999, η οποία δεν είχε μεγάλη διάρκεια, και έτσι οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και κατά το 2000. Τον Ιανουάριο του 2001 ο Λοράν Καμπίλα δολοφονήθηκε από μέλος της σωματοφυλακής του. Τη θέση του στην προεδρία ανέλαβε ο γιος του, Ζοζέφ Καμπίλα, που αμέσως προσπάθησε να προωθήσει τις ειρηνευτικές διαδικασίες, ωστόσο ο πόλεμος εξακολουθεί, με μικρά διαλείμματα, να μαίνεται στην περιοχή. Τον Απρίλιο προχώρησε σε αναμόρφωση του υπουργικού συμβουλίου, απομακρύνοντας τους περισσότερους από τους υπουργούς που είχε τοποθετήσει ο πατέρας του, ενώ τον Μάιο πέρασε νόμο με τον οποίο καταργούνταν όλοι οι περιορισμοί στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Τον Ιανουάριο του 2002 το ηφαίστειο Νιραγκόνγκο εξερράγη καταστρέφοντας πολλά χωριά στην περιοχή, με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες πρόσφυγες. Αξίζει επίσης να αναφερθεί η επίσημη δήλωση μεταμέλειας με την οποία η βελγική κυβέρνηση παραδέχθηκε, τον Φεβρουάριο του 2002, ότι φέρει την ηθική ευθύνη για τη δολοφονία του Λουμούμπα και ζήτησε συγγνώμη από την οικογένειά του και από τον λαό του Κ. Τον Ιούνιο του 2003 η Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 αποφάσισε την αποστολή στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή –για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ λήφθηκε παρόμοια απόφαση– για να επιβλέψει την προσπάθεια ειρήνευσης στη συνεχιζόμενη σύρραξη ανάμεσα στις αντιμαχόμενες φυλές.Η πλούσια λογοτεχνική κληρονομιά των διαφόρων εθνοτήτων του Κ. –μια κληρονομιά που διασώθηκε από τον προφορικό λόγο– φέρει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της προφορικής φιλολογίας της Αφρικής. Αξιόλογα μέρη της έχουν μεταφερθεί, με τη μορφή κειμένων, σε μελέτες διαφόρων εθνολόγων. Μεταξύ αυτών, οι γνωστότερες μεταφράσεις αφορούν τη φιλολογία των Πυγμαίων· περισσότερο όμως έχουν μελετηθεί οι μεταφράσεις από τη γλώσσα των Mόνγκο: παροιμίες, αφηγήματα καθώς και ο περίφημος επικός κύκλος που απαριθμεί τα κατορθώματα του εθνικού ήρωα Λτζάντζα. Η σύγχρονη λογοτεχνία σε τοπική γλώσσα του Κ. δεν χαρακτηρίζεται από συνέπεια και αρμονία στην ανάπτυξή της· ο μοναδικός συγγραφέας που ξεχωρίζει είναι ο Aντρέ Pουμέν Mποκουάνγκο, που άφησε μια σειρά διηγημάτων σε διάλεκτο λινγκάλα (Διηγήματα της Mπανγκάλα, 1955) καθώς και ένα μυθιστόρημα γραμμένο στα γαλλικά (Το άγνωστο παιδί – L’enfant inconnu, 1957). Η προσπάθεια της καλλιέργειας και της ανάπτυξης μιας λογοτεχνίας στο Κ. σε ευρωπαϊκή γλώσσα συνάντησε μεγάλες δυσκολίες· σχεδόν όλα τα φιλολογικά είδη εκπροσωπούνται, το λογοτεχνικό πανόραμα όμως είναι κατακερματισμένο. Μοναδική φιλολογική μορφή, η οποία αναδεικνύεται μέσα από αυτό το ασαφές πλαίσιο, είναι ο συγγραφέας και ποιητής Aντουάν-Pοζέ Mπολάμπα, εκδότης του περιοδικού Η φωνή του Kονγκολέζου. Αξιόλογη ποιητική δύναμη αποπνέει και το έργο του Πατρίς-Eμερί με τίτλο Kονγκό, πατρίδα μου, του οποίου υπάρχει και μια συλλογή των πολιτικών του πεποιθήσεων, επιμελημένη από τον Zαν Bαν Λιέρντ, με τίτλο Η πολιτική σκέψη του Πατρίς Λουμούμπα. Ανάμεσα στους μυθιστοριογράφους ξεχωρίζουν ο Πολ Λομάνι-Tσιμπάμπα, το γνωστότερο έργο του οποίου είναι το Nγκάντο, ο Nτιεντονέ Mουτόμπο (Νίκη του έρωτα), ο Φρανσίσκο Zοζέ Mοπίλα (Αναμνήσεις ενός Κονγκολέζου, 1949) και ο Φιλιμπέρ Έντμε (Kούντα Kαλούμπι). Από τους διηγηματογράφους ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο Mπαντιμπάνγκα (Ο ελέφαντας που περπατάει πάνω στα αβγά, 1931), ενώ νουβέλες των Zερόμ Kιταμπάλα, Πολ Mαλούλου, Σιμόν Mουντιάνγκου και Pομπέρ Mουσουνγκάιε περιλαμβάνονται σε μια ανθολογία που δημοσιεύτηκε το 1955, με τίτλο Αφρικανικά διηγήματα (Contes africains). Από τα κείμενα με πολιτικο-ιστορικό πλαίσιο ξεχωρίζει το έργο του Aνισέτ Kασαμούρ, που τιτλοφορείται Από τον Λουμούμπα στους συνταγματάρχες (De Lumumba aux colonels, 1966), το οποίο αποτελεί μαρτυρία των τραγικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν κατά την περίοδο 1950-60. Άλλοι συγγραφείς πραγματεύονται θέματα της επικαιρότητας, όπως ο Mπασέμπε και ο Nγκαλ, ενώ τρία ονόματα κυριαρχούν στον χώρο του διηγήματος: Λομάμι-Tσιμπάμπα, Mουσιέτε και Mαρί Kαρολίν Nσουγκ. Οι ποιητές επιστρέφουν στα προσφιλή θέματα των μαύρων, ενώ πολλοί από τους ακαδημαϊκούς ποιητές εμπνέονται και από την αφροαμερικανική ποίηση, χωρίς να χάνεται ωστόσο ο προσωπικός τους τόνος, εκφραζόμενοι με μια πολιτική διάθεση που επικεντρώνεται ιδιαίτερα σε θέματα όπως η αντίδραση στην αποικιοκρατία, στον ρατσισμό και στις φυλετικές διαμάχες. Ανάμεσα σε αυτούς, οι πιο αξιόλογοι είναι ο Tσιακατούρα, ο Mουντίμπε, ο Λιζέμπε, ο Λουκούμπι, ο Mαζεγκάμπιο, ο Mουζάνγκι και ο Nγκόιε. Ένα άλλο ποιητικό ρεύμα συνδέεται με την προφορική παράδοση (Kλιμεντίν Mαντίγια, Φεκ Nζούζι, Γκαμπριέλ Σουμάιλι). Υπάρχει επίσης μια τάση διαπραγμάτευσης των θεμάτων του έρωτα και του θανάτου (Eλιζαμπέτ-Φρανσουάζ Mγεϊγά, Λουκούμπι, Γκαμπριέλ Σουμάιλι, Φεκ Nζούζι, Λιζέμπε, Mπολουμπέ κ.ά.). Κατά τη δεκαετία του 1980 στο λογοτεχνικό πανόραμα της χώρας παρουσιάστηκαν δύο είδα γραπτής λογοτεχνίας: μία σε αφρικανικές ιδιωματικές γλώσσες (εμπνευσμένη, κατά κύριο λόγο, από τις νέες μεσσιανικές Εκκλησίες, οι οποίες εξάπτουν τη φαντασία μέσω συμβόλων και οραμάτων) και μία άλλη στα γαλλικά που μιμείται τα πρότυπα της Γαλλίας του 19ου αι. Διάφοροι λογοτεχνικοί κύκλοι υιοθετούν ή δρομολογούν νέες λογοτεχνικές τάσεις: υπερ-συμβολισμός, τραντισιοναλισμός, κονκρετισμός κ.ά. Το μυθιστόρημα, που υπερίσχυε έναντι της ποίησης, αναπτύχθηκε σε δύο κύριους άξονες: αφενός με σαφείς διηγήσεις, που στοχεύουν στην προσέγγιση της πραγματικότητας και στην καταγγελία των κοινωνικών προβλημάτων, και αφετέρου μυθιστορήματα που χαρακτηρίζονται από μεγάλη μυθοπλαστική διάθεση και εκφράζουν με νέες φόρμες συνειδησιακά προβλήματα. Ωστόσο, το είδος που έχει κινήσει περισσότερο το ενδιαφέρον είναι το θέατρο, συχνά επικό και υπερβολικό, το οποίο εμπνέεται από θεματολογίες που αφορούν τη χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, την απομυθοποίηση των αρχαίων δοξασιών αλλά και φαινόμενα όπως η άρνηση των νεωτερισμών. Ανάμεσα στους πολυπληθείς θεατρικούς συγγραφείς του Κ. κυριαρχεί η καλλιτεχνική προσωπικότητα του Tαντούντου, ο οποίος ασκεί δριμεία και χειμαρρώδη κριτική στη μετααποικιακή αφρικανική κοινωνία.Η καλλιτεχνική παραγωγή του Κ. είναι μοιρασμένη, όπως και οι κύριες εθνικές και γλωσσικές ομάδες του πληθυσμού της χώρας. Έτσι, οι Σουδανοί, που κατέχουν τα βόρεια διαμερίσματα, έχουν κυρίως να επιδείξουν τη μεγάλη καλλιτεχνική παράδοση της φυλής των Mανγκμπέτου στον τομέα της κεραμικής και της μεταλλουργίας, καθώς και τα εκλεπτυσμένα δημιουργήματά τους στον χώρο της διακοσμητικής. Οι Mπαντού, που αριθμητικά αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων, μπορούν να χωριστούν σε οκτώ διαφορετικές καλλιτεχνικές επαρχίες. Από τις σπουδαιότερες χαρακτηρίζεται η περιοχή του Κάτω Κ.· αυτή, μεταξύ 15ου και 17ου αι. δέχθηκε και χριστιανικές επιρροές, ενώ αποτελεί το λίκνο μιας μοναδικής αρχαίας τέχνης, η οποία αποδίδεται στη φυλή των Φιότε. Πρόκειται για την κατασκευή αγαλμάτων σκαλισμένων σε μαλακή πέτρα, στα οποία τα χαρακτηριστικά του προσώπου αλλά και η στάση του σώματος θυμίζουν έντονα, κατά παράξενο τρόπο, την τεχνοτροπία των αυτοχθόνων της Βόρειας Αμερικής, και των οποίων καμία αντίστοιχη αναλογία δεν απαντάται σε αυτή την περιοχή της Αφρικής. Αντίθετα, σε καθαρά ευρωπαϊκές επιδράσεις μπορούν να αποδοθούν ορισμένες άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης της ίδιας φυλής, όπως τα γεμάτα ευαισθησία συμπλέγματα μητέρας και βρέφους, που παραπέμπουν σε χριστιανικά αγάλματα της Παρθένου. Πολύ χαρακτηριστικά καλλιτεχνήματα της περιοχής είναι και τα λεγόμενα φετίχ με τον καθρέφτη (ειδώλια με ένα κοίλωμα στην κοιλιά, γεμάτο από μαγικές ουσίες, που οι ιθαγενείς το έκλειναν με ένα κομμάτι καθρέφτη εισαγόμενο από την Ευρώπη), καθώς και τα φετίχ με τα καρφιά, δηλαδή ανθρωπόμορφα ειδώλια κατάστικτα από καρφιά. Άλλη περιοχή μεγάλης καλλιτεχνικής σπουδαιότητας είναι εκείνη των Mπακούμπα και των συγγενικών τους φυλών, όπου απαντώνται κυρίως περίτεχνα διακοσμημένες μάσκες καθώς και υφάσματα από χόρτο, στολισμένα με κεντήματα, γνωστά με την ονομασία βελούδα της Κασάι. Φημισμένα σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, εξάλλου, τα 17 αγαλματίδια της ίδιας περιοχής, που αναπαριστούν ορισμένους μονάρχες της αρχαίας δυναστείας που βασίλευσε εκεί. Ανάλογης σημασίας, ως λίκνο τέχνης, θα πρέπει να θεωρηθεί και η γεωγραφική ζώνη των Mπαλούμπα και των συγγενικών τους φυλετικών ομάδων (Mπαλούντα, Mπασόνγκε)· παράλληλα με τη διακοσμητική ξυλογλυπτική που χρησιμοποιήθηκε για να στολίζει τις εξωτερικές επιφάνειες αντικειμένων καθημερινής χρήσης, αναπτύχθηκε και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τέχνη τρισδιάστατης γλυπτικής, η οποία φτάνει στην κορύφωση της καλλιτεχνικής της έκφρασης στον οικισμό Mπούλι. Τέλος, ανάμεσα στις καλλιτεχνικά προικισμένες φυλές ξεχωριστή θέση κατέχουν και οι Oυαρέγκα, τεχνίτες του ελεφαντόδοντου.Τα παραδοσιακά έθιμα που έμειναν αναλλοίωτα στο Κ. είναι πάρα πολλά. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται και εκείνα που αφορούν την οικογένεια. Από την άποψη της κοινωνικής οργάνωσης η οικογένεια αποτελεί τον βασικό και πρωταρχικό κρίκο της κάθε φατρίας που περιλαμβάνει όλους τους απογόνους του ίδιου αρχηγού μιας ρίζας, με βάση είτε την αρρενογονία είτε τη θηλυγονία. Η οικογένεια βασίζεται κατά γενικό κανόνα στο μονογαμικό σύστημα, εκτός από τις ζώνες της σαβάνας, όπου ο άντρας αποκτά περισσότερες γυναίκες, οι οποίες καλλιεργούν τα χωράφια του. Η πολυγαμία, που δεν αποτελούσε εγχώρια συνήθεια του Κ., άρχισε να αναπτύσσεται στις μέρες των αποίκων, εξαιτίας της λειψανδρίας· οι άποικοι χρησιμοποιούσαν τους κατοίκους ως εργάτες στα ορυχεία, στην κατασκευή των δρόμων και των σιδηροδρομικών γραμμών. Ένα έθιμο που εξακολουθεί να τηρείται είναι η προσφυγή στους σοφούς, είτε δηλαδή στον παραδοσιακό αρχηγό της οικογένειας είτε στον μάγο. Είναι αξιοσημείωτο ότι η θρησκεία των Mπακόνγκο παρουσιάζει αρκετά σημεία επαφής με τον χριστιανισμό, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη μετριασμένη εχθρότητα των ιθαγενών απέναντι στους πρώτους ιεραποστόλους. Τα βορειοανατολικά εδάφη του Κ. κατοικούνται από φυλές σουδανικού τύπου, με ψηλότερο ανάστημα και σκουρότερο δέρμα από τους Mπαντού, με επιμήκη κρανία και έντονο προγναθισμό. Η φυλή των Σαντέ καταλαμβάνει την περιοχή μεταξύ του ποταμού Oυέλε και του παραποτάμου του, Mπόμου, που διακρίνονται σε μικρότερες ομάδες, τα μέλη των οποίων είναι είτε κυνηγοί είτε γεωργοί είτε καλλιεργητές σε φυτείες. Το επίπεδο του πολιτισμού τους είναι χαμηλό. Οι οικογένειές τους ζουν μάλλον μακριά η μία από την άλλη και δεν υπάρχουν στα μέρη τους δομημένοι οικισμοί. Τις φατρίες (νγκμπατούνγκα) απαρτίζουν οι άρρενες απόγονοι ενός κοινού επώνυμου προπάτορα και η λατρεία των προγόνων συνδυάζεται με διάφορες μορφές τοτεμισμού. Οι Σαντέ, εξάλλου, είναι από τις φυλές που ακολουθούν το πολυγαμικό σύστημα, κοινωνική θεμελίωση του οποίου αποτελεί σε αυτές τις περιοχές το υψηλό ποσοστό των στείρων γυναικών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φυλή των Πυγμαίων, οι οποίοι πλέον έχουν περιοριστεί στο δασώδες ανατολικό και βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Οι Πυγμαίοι είναι ιθαγενής λαός της Αφρικής και ειδικότερα του Κ. επί χιλιετίες και αποτελούν μια ιδιαίτερη φυλή. Κύριο φυσικό χαρακτηριστικό τους είναι το χαμηλό τους ανάστημα που κατά μέσο όρο φτάνει το 1,50 μ. Κατασκευάζουν τις κατοικίες τους με κλαδιά και φύλλα. Χρησιμοποιούν κοκάλινα και ξύλινα εργαλεία και οι κύριες ασχολίες τους είναι το κυνήγι και η συγκομιδή. Οι οικογένειές τους διέπονται από τις αρχές αμοιβαίας ισότητας και δικαιοσύνης. Οι νέοι διαλέγουν ελεύθερα τον σύντροφό τους όταν πρόκειται να παντρευτούν, αν όμως οι μελλοντικοί σύζυγοι ανήκουν σε δύο διαφορετικές φυλές, τότε τελείται και ένας δεύτερος γάμος, έτσι ώστε να μην υποστεί καμία φυλή την απώλεια μιας γυναίκας. Είναι λαός μονογαμικός και αποκλείουν την πολυγαμία, η οποία θεωρείται θεμιτή μόνο σε περίπτωση στειρότητας της πρώτης συζύγου· όμως και σε αυτή την περίπτωση η πρώτη σύζυγος έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει τον άντρα της. Η θρησκεία τους βασίζεται στη λατρεία ενός υπέρτατου όντος, δημιουργού του ουρανού και της Γης, που παριστάνεται με τη μορφή ενός γέρου, ο οποίος στέλνει τα μηνύματά του στους ανθρώπους μέσω των φυσικών φαινομένων· το όνομα του θεού είναι Tόρε. Άλλες θεότητες είναι ο θεός του κυνηγιού, ο θεός του φεγγαριού και ο θεός του Κάτω κόσμου, που θεωρείται εχθρός των ανθρώπων. Υπάρχει μια μυστική θρησκευτική ένωση ανάμεσα στους Πυγμαίους, η οποία έχει ως προστάτη της τον ίδιο τον Tόρε, ως έμβλημά της το σχήμα του ρόμβου και ως αποστολή της την επόπτευση της μύησης των παιδιών. Η ευαισθησία αλλά και η οξύνοια των Πυγμαίων αντανακλώνται στην ιδιαίτερα πλούσια και αξιόλογη προφορική παράδοση των παραμυθιών και των μύθων τους. Επίσης διαθέτουν ιδιαίτερο ταλέντο στον χορό, γεγονός που ωθεί συχνά τις άλλες φυλές να τους προσκαλούν σε χορό για να απολαύσουν το θέαμα· η χορευτική τους επίδοση ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, σύμφωνα με αιγυπτιακά χρονικά των φαραωνικών χρόνων. Όσο για τα τραγούδια τους, οι ειδικοί τα κατατάσσουν, ως μουσική έκφραση, ανάμεσα στα πιο μελωδικά σε παγκόσμιο επίπεδο.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, ο αριθμός των Ελλήνων που ζούσαν στο Κ. το 2001 ανερχόταν σε 5.000. Σε έξι πόλεις της χώρας έχουν την έδρα τους οι αντίστοιχες ελληνικές κοινότητες: η Ελληνική Κοινότητα του Λουμπουμπάσι, η Ελληνική Κοινότητα του Λικάσι, η Ελληνική Κοινότητα της Κινσάσα, η Ελληνική Κοινότητα του Κολουέζι, η Ελληνική Κοινότητα του Ισίρο και η Ελληνική Κοινότητα της Μπούνια. Ομάδα ιθαγενών της φυλής Μπαπέντε, ενώ εκτελεί εξιλαστήριο χορό. Μία Κονγκολέζα με το παιδί της. Ιθαγενείς ενώ χορεύουν το «νιόκα» ή «χορό του φιδιού», ο οποίος διατηρεί και σήμερα τον θρησκευτικό ή μαγικό του χαρακτήρα. Τα έθιμα διατηρούνται αναλλοίωτα στις πόλεις και στα χωριά της χώρας? στη φωτογραφία, χορευτές με παραδοσιακές ενδυμασίες (φωτ. ΑΠΕ). Μάσκα της φυλής των Μπασόνγκε, που χρησιμοποιούσαν οι θεραπευτές της. Μάσκα της φυλής των Μπασόνγκε. Ο Ζοζέφ Καμπίλα διαδέχθηκε στη προεδρία τον πατέρα του και προώθησε τις ειρηνευτικές διαδικασίες στη χώρα (φωτ. ΑΠΕ). Η έκρηξη του ηφαιστείου Νιραγκόνγκο τον Ιανουάριο του 2002 στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους και κατέστρεψε πολλά χωριά (φωτ. ΑΠΕ). Στιγμιότυπο από τη συνάντηση τον Μάιο του 1997, ανάμεσα στον Μομπούτου και στον Καμπίλα με τον Νέλσον Μαντέλα σε ρόλο διαμεσολαβητή για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Το 1995 η επιδημία του ιού «Έμπολα» οδήγησε στον θάνατο 160 ανθρώπους? για την αντιμετώπισή της επιβλήθηκαν αυστηρά μέτρα καραντίνας (φωτ. ΑΠΕ). Ο Λοράν Καμπίλα αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό το 1997 και διατήρησε τη συγκεκριμένη θέση μέχρι τη δολοφονία του Ιανουάριο του 2001 και άλλαξε την ονομασία της από Ζαΐρ σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (φωτ. ΑΠΕ). Ο Πατρίς Λουμούμπα, τη στιγμή της σύλληψής του. Το μνημείο που έχει ανεγερθεί για τον μεγάλο Άγγλο εξερευνητή Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, στις όχθες του ποταμού Κονγκού, κοντά στην πρωτεύουσα Κινσάσα. Ο στρατηγός Μομπούτου καθόρισε την πορεία της χώρας από το 1965, όταν κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, μέχρι τον θάνατό του το 1997 (φωτ. ΑΠΕ). Χαρτονόμισμα των 100 κονγκολέζικων φράγκων, που εκδόθηκε το 2000. Επιλογή αδαμαντοφόρου άμμου στο Δυτικό Κασάι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Χαλκός σε πλίνθους στα εργοστάσια της Λουμπουμπάσι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σύγχρονα κτίρια της Κινσάσα, πρωτεύουσας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κατά μήκος της όχθης του ποταμού Κονγκού. Γενική άποψη της πόλης Γκόμα (φωτ. ΑΠΕ). Ο πληθυσμός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό αποτελείται κυρίως από τους Μπαντού με τις πολυάριθμες φυλές τους και τις σουδανικές εθνότητες (φωτ. ΑΠΕ). Χωριό με «μεικτή» αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, όπου υπάρχουν και τετράγωνες και κυκλικές καλύβες, στην περιοχή Κίβου της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Φύλαρχος της Ουαγκενία, μιας φυλής που ζει από την αλιεία στα περίχωρα της Κισανγκάνι. Τα δάση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό φιλοξενούν χιμπατζήδες και πολλά είδη πιθήκων (φωτ. ΑΠΕ). Φωτογραφία του ποταμού Κονγκού στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, από δορυφόρο της NAΣA, τον Μάρτιο του 1995 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Βλάστηση τύπου σαβάνας, στις παρυφές του υγρού δάσους, το οποίο, αν και είναι πολύ εκτεταμένο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν φτάνει την εξαιρετική ανάπτυξη των χωρών της Γουινέας. Φωτογραφία της λίμνης Τανγκανίκα, που αποτελεί όριο μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, της Τανζανίας και της Ζάμπια, από δορυφόρο της NAΣA, τον Ιούνιο του 1985 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό Συμβατική ονομασία: Κονγκό-Κινσάσα Παλαιότερη ονομασία: Βελγικό Κονγκό (1908-60) / Ζαΐρ (1971-98) Έκταση: 2.345.410 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.861.100 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Κινσάσα (6.541.300 κάτ. το 2003)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κονγκό, Δημοκρατία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Κονγκό Συμβατική ονομασία: Κονγκό Μπραζαβίλ Παλαιότερη ονομασία: Γαλλικό Κονγκό (1910 60) / Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (1960 91) Έκταση: 324.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 2.958.000 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Μπραζαβίλ… …   Dictionary of Greek

  • Κεντροαφρικανική Δημοκρατία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής Παλαιότερες ονομασίες: Oυμπανγκί Σαρί (έως το 1960) / Κεντροαφρικανική Αυτοκρατορία (1976 79) Έκταση: 622.984 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.986.400 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Μπανγκί (669.800 κάτ. το… …   Dictionary of Greek

  • Βελγικό Κονγκό — Παλαιότερη ονομασία του αφρικανικού κράτους που σήμερα αποτελεί τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • Ζαΐρ — I Παλαιότερη ονομασία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Βλ. λ. Κονγκό, Λαϊκή Δημοκρατία. II Παλαιότερη ονομασία του ποταμού Κονγκό. Βλ. λ. Κονγκό …   Dictionary of Greek

  • Αγκόλα — Κράτος της ΝΔ Αφρικής.Συνορεύει στα Β και ΒΑ με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαϊρ), στα Α με τη Ζάμπια, στα Ν με τη Ναμίμπια, ενώ Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Η Α. εκτείνεται στα νότια της λεκάνης του ποταμού Κονγκό στη ΝΔ Αφρική …   Dictionary of Greek

  • Ζάμπια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ζάμπια Έκταση: 752.614 τ. χλμ Πληθυσμός: 10.285.631 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Λουσάκα (1.318.000 κάτ. το 2002)Κράτος της νοτιοκεντρικής Αφρικής. Συνορεύει Β με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Τανζανία, Α με… …   Dictionary of Greek

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • Καμπίντα — (Cabinda). Θύλακος της Αγκόλα, στις δυτικές ακτές της Αφρικής, ο οποίος αποτελεί διοικητική περιφέρεια (7.239 τ. χλμ., 199.000 κάτ.). Συνορεύει Β με τη Δημοκρατία του Κονγκό, Ν και Α με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ Δ βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek

  • Μπουρούντι — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με τη Ρουάντα, στα Α και στα Ν με την Τανζανία και στα Δ με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ). Βρέχεται στα Δ από τη λίμνη Τανγκανίκα.Χώρα αποκλειστικά ηπειρωτική, χωρίς διέξοδο προς τη… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.